Η πέμπτη έκδοση του φεστιβάλ, το 2014, ήταν ιδιαίτερα σημαντική για μια σειρά λόγων, οι οποίοι σχετίζονται με την απόφαση μας να ‘ανοίξουμε’ το Φεστιβάλ, δοκιμάζοντας να αποκριθούμε στην επιτυχία των προηγούμενων ετών. Καθώς συνειδητοποιήσαμε οτι το εγχείρημα μας έχει σημαντική ανταπόκριση σε ένα κοινό -όχι αυστηρά ανθρωπολόγων- και έχει τη δυνατότητα να προκαλεί σκέψη και ουσιαστικές συζητήσεις, αποφασίσαμε να ‘πειραματιστούμε’ εισαγάγοντας μια νέα, θεματική ενότητα και κάνοντας ένα εκτεταμένο αφιέρωμα στο πρώιμο εργο του Jean Rouch. Είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι που είδαμε οτι το άνοιγμα αυτό είχε ανταπόκριση – και μάλιστα μεγαλύτερη των προσδοκιών μας!
Το σκεπτικό της θεματικής ενότητας που εγκαινιάσαμε φέτος, είναι η προβολή σύγχρονων εθνογραφικών ταινιών που θα εστιάζουν σε κάποιο συγκεκριμένο κοινωνικό ζητημα κάθε φορά, και η δημιουργία ενός πλαισίου συζήτησης του ζητήματος αυτού, υπο την επιμέλεια ενός καλεσμένου κοινωνικού επιστήμονα. Η πρόθεση μας είναι αφενός να αναδείξουμε και να συζητήσουμε την ανθρωπολογική οπτική για συγκεκριμένα επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα, αλλά και να ανοίξουμε έναν ευρύτερο διεπιστημονικό διάλογο για την σχέση μεταξύ κοινωνικών επιστημών, οπτικοακουστικών μέσων και κοινωνικής πραγματικότητας.
Καλεσμένοι επιμελητές της πρώτης αυτής θεματικής ενότητας ήταν η παιδαγωγός-κοινωνιολόγος Δάφνη Σοφιανοπούλου και ο ανθρωπολόγος Χρήστος Βαρβαντάκης, οι οποίοι επιμελήθηκαν απο κοινού την ενότητα Ξενοφοβία. Στην ενότητα προβλήθηκαν εθνογραφικές ταινίες που απεικονείζουν και αναλύουν ζητήματα ξενοφοβίας, ρατσισμού και κοινωνικού αποκλεισμού, ςενώ οι προβολές συνοδεύτηκαν απο μια ανοικτή συζήτηση με τους επιμελητές. Η ανταπόκριση του κοινού στο νέο αυτό εγχείρημα επιβεβαίωσε με τον καλύτερο τρόπο την πεποίθησή μας ότι τέτοιου είδου πρωτοβουλίες, οι οποίες ανοίγουν με πολύ ξεκάθαρους όρους την ανθρωπολογική γνώση σε ένα ευρύτερο κοινό και επιχειρούν να διασχίσουν τα όρια μεταξύ της ακαδημαϊκής γνώσης και της κοινωνικής πραγματικότητας, έχουν νόημα και βρίσκουν ένα ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος στην Αθήνα του σήμερα.
Η επιτυχημένη συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο της Ελλάδας συνεχίστηκε με τη διοργάνωση ενός ιδιαίτερα περιεκτικού και εξαιρετικά πλαισιωμένου αφιερώματος στο πρώιμο και εν πολλοίς άγνωστο έργο του Jean Rouch, ενός από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς του εθνογραφικού κινηματογράφου παγκοσμίως. Την ενότητα επιμελήθηκε με εξαιρετικό ενδιαφέρον ο Δημήτρης Κερκινός, ο οποίος κατάφερε να φέρει το κοινό σε ουσιαστική επαφή με το έργο του μεγάλου αυτού δημιουργού. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την Élise Jalladeau και τη Νατάσσα Γιανναράκη από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας για τη δημιουργική συνεργασία.
Μιλώντας για σημαντικούς δημιουργούς, φέτος ως ελάχιστο φορο τιμής το Ethnofest προέβαλε την ταινία Dead Birds (1963) του Robert Gardner – ο οποίος έφυγε απο τη ζωή τον Ιούνιο του 2014. Θεωρούμε την συνεισφορά του στο εθνογραφικό φιλμ, και γενικότερα στον κινηματογράφο και την ανθρωπολογία ύψιστης σημασίας, και με μεγάλη χαρά διαπιστώσαμε οτι δεν είμαστε μόνοι μας στην πεποίθησή μας αυτή – κρίνοντας απο την προσέλευση του κοινού σε μια μεταμεσονύκτια προβολή.
Το πρόγραμμα του Ethnofest 2014 ολοκληρώθηκε με ένα υψηλού επιπέδου Πανόραμα και τμήμα Φοιτητικών Ταινιών, ενώ οι σκηνοθέτες Kazuyo Minamide, Nadine Wanono και Στεφανία Γιαννίκου παρακολούθησαν από κοντά το Φεστιβάλ και παρουσίασαν τις ταινίες τους στο κοινό.
Το 2014 υπήρξε χρονιά ανάπτυξης για Ethnofest, που ανακάλυψε εξαιρετικούς νέους δημιουργούς, παγίωσε επιτυχημένες συνεργασίες και πήρε δύναμη και έμπνευση για τη συνέχεια.
Η πρωτοβουλία του Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας Ethnofest να εισαγάγει μια θεματική ενότητα έχει μια διπλή πρόθεση: αφενός, να ανοίξει το φεστιβάλ προς ένα ευρύτερο κοινό υπογραμμίζοντας τη γνωστική αξία που προσφέρει το εθνογραφικό φιλμ για συγκεκριμένα κοινωνικά ζητήματα, κι αφετέρου να προσφέρει τη βάση για ένα διάλογο πάνω στα όρια και στις δυνατότητες του εθνογραφικού φιλμ να απευθύνει τέτοια ζητήματα.
Η θεματική της πρώτης ενότητας είναι η ξενοφοβία και ο ρατσισμός. Καθώς θεωρούμε ζητήματα όπως η ρατσιστική βία, οι επιθετικές εκφάνσεις του εθνικισμού, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η άνοδος του φασισμού να είναι ύψιστης σημασίας για την αθηναϊκή κοινωνία, αποφασίσαμε να εγκαινιάσουμε το θεματικό αφιέρωμα του φεστιβάλ με μια επιλογή από εθνογραφικά φιλμ που πραγματεύονται αυτά τα ζητήματα.
Θεωρητικοί της οπτικής ανθρωπολογίας έχουν σημειώσει τη δυναμική του φιλμ στην προσέγγιση όψεων κοινωνικών ζητημάτων διαφορετικών από αυτές που συνήθως απευθύνει ο γραπτός λόγος, όπως και τη δυναμική του φιλμ ως ανθρωπολογικό εργαλείο για την προσέγγιση και την ουσιαστική κατανόηση του άλλου*.
Θεωρώντας ότι η ιδιαίτερη αυτή γνωστική αξία που μπορεί να έχει το εθνογραφικό φιλμ δε θα πρέπει να περιορίζεται μόνο σε ένα κοινό ειδικών, επιλέγουμε να προβάλλουμε ταινίες που καταπιάνονται με το ρατσισμό και την ξενοφοβία, ως κοινωνικές εκφράσεις της διαχείρισης της διαφορετικότητας του άλλου. Στο πλαίσιο αυτό αναρωτιόμαστε σχετικά με το τι μπορούν να μας μάθουν ή να μας οδηγήσουν να σκεφτούμε φιλμ φτιαγμένα από εθνογράφους πάνω στα θέματα αυτά – τα οποία θα περίμενε κανείς ότι είναι σημαντικά για τον συγκεκριμένο επιστημονικό κλάδο, σίγουρα πάντως είναι κεντρικά για τις σύγχρονες κοινωνίες.
Ο στόχος μας λοιπόν μέσα από τη συγκεκριμένη επιλογή ταινιών είναι να δείξουμε φιλμικές ανθρωπολογικές προσεγγίσεις και αναλύσεις τέτοιων φαινομένων, σε ένα διαχρονικό και παγκόσμιο πλαίσιο.
Η ταινία του Τόμας Κάσκε «Έγγραφο: Χογιερσβέρντα | Frontex» ενσωματώνει αρκετούς από τους προβληματισμούςτης ενότητας μέσα από το ιδιότυπο μοντάζ της, στο οποίο παρακολουθούμε την αντιπαράθεση αφηγήσεων Μοζεμβικανών μεταναστών –θυμάτων ρατσιστικών επιθέσεων- στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας το 1991, με εικόνες από κάμερες της Φροντεξ που δείχνουν καταδιώξεις μεταναστών που επιχειρούν να διασχίσουν τα ελληνοτουρκικά σύνορα. Με τον τρόπο αυτό ο Κάσκε επισημαίνει την διαχρονική προβληματικότητα των ευρωπαϊκών μεταναστευτικών πολιτικών, καλώντας μας έτσι να αναστοχαστούμε πάνω στη βαθιά ριζωμένη ξενοφοβία στην Ευρώπη.
Η ταινία της Στεφανίας Γιαννίκου «Σταθμευμένοι» παρουσιάζει ένα παράδειγμα τού πώς βιώνονται αυτές οι ευρωπαϊκές μεταναστευτικές πολιτικές. Η ταινία της αποτελεί ένα βίαιο στιγμιότυπο της καθημερινότητας μεταναστών που έχουν παγιδευθεί στην Ελλάδα, σε έναν αόριστο και επισφαλή μεταβατικό χώρο, θύματα των ρυθμίσεων του Δουβλίνου ΙΙ.
Το «Κατέρχεσθαι μετά των Αγγέλων» μελετά μια άλλη όψη της ζωής των μεταναστών στην Ευρώπη. Η ταινία, η οποία καταγράφει με αφοπλιστική αμεσότητα την διπλή θεραπευτική αντιμετώπιση ενός παλαιστίνιου πρόσφυγα στη Δανία που έχει καταληφθεί από ένα πνεύμα ‘Jinn’, με παραδοσιακό ισλαμικό εξορκισμό και με ψυχοτροπική φαρμακευτική αγωγή. Ο πρωταγωνιστής δεν βλέπει το νόημα της ψυχιατρικής αγωγής, καθώς θεωρεί ότι η ασθένειά του έχει ήδη αντιμετωπιστεί με τους εξορκισμούς από το Κοράνι, οι θεραπευτές του, όμως, επιμένουν στην αγωγή, όπως και στο να του επισημαίνουν ότι για την όποια βελτίωση της κατάστασης του ευθύνονται στην πραγματικότητα τα φάρμακα που του χορήγησαν. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση δύο συστημάτων πίστης που παρακολουθούμε στην ταινία, αναδεικνύεται η επιφανειακότητα της πολιτιστικής συνύπαρξης, τα όρια της ανεκτικότητας και η σκληρή πραγματικότητα της ορθολογικής διαχείρισης της μη- κανονικότητας.
Η ταινία της Σάρα Χoλ, «Ιστορίες Φαντασμάτων» παρουσιάζει ιστορίες από τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής Αλμπίνων στην Τανζανία. Μέσα από αφηγήσεις, και προσπαθώντας να προσεγγίσει την εκπαιδευτική, εργασιακή, οικογενειακή και κοινωνική ζωή Αλμπίνων στη χώρα, χαρτογραφεί ένα περίπλοκο και βίαιο πλέγμα ρατσιστικών αντιλήψεων. Στην ταινία της, αναλύοντας την περιπλοκότητα του φαινομένου, η Χολ, αναδεικνύει πως θρησκευτικές προκαταλήψεις, ρατσιστικές αντιλήψεις και κερδοσκοπικά πλάνα πλαισιώνουν τη βία και τον αποκλεισμό που βιώνουν οι Αλμπίνοι στην Τανζανία.
Ο Μιχάι Λεάχα, στην ταινία του «Κοιλάδα των Αναστεναγμών» επιδιώκει να φωτίσει την ιστορία του Ολοκαυτώματος των Ρομά κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέσα από τις αφηγήσεις ελάχιστων επιζώντων από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως της Τρανσνίστρια (Μολδαβία). Ο Λεάχα, με αριστοτεχνικό τρόπο κινηματογραφεί και αντιπαραθέτει το τοπίο στις συνεντεύξεις, πετυχαίνοντας να αναδείξει κινηματογραφικά την υπαρξιακή πολυπλοκότητα του τόπου, που με τρόπο τραγικό άλλωστε στοιχειώνει και τις αφηγήσεις των επιζώντων.
Στο «Νησί Φαντόμ», ο Άντριαν Στρονγκ αφηγείται μια άγνωστη πλευρά της ιστορίας της ρατσιστικής αποικιοκρατικής Αυστραλίας. Ανακατασκευάζοντας την ιστορία ενός λεπροκομίου-τόπου εξορίας για Αβορίγινες, μέσα από την αφήγηση του Τζο Εγκμολέσε, ο οποίος έζησε την παιδική του ηλικία στο νησί, διεισδύει σε αυτό που ονομάζει το ‘περιθώριο των περιθωριοποιημένων.’ Με όχημα την προσωπική αφήγηση, ο σκηνοθέτης αναλύει τις βιοπολιτικές στρατηγικές αποκλεισμού και ελέγχου του αποικιακού κράτους, πετυχαίνοντας μια σε βάθος κριτική της επίσημης ιστοριογραφίας της Αυστραλίας. Πολλές από τις ταινίες πραγματεύονται βιο-πολιτικές πρακτικές του τρόμου, ως βάση και αποτέλεσμα της εξάπλωσης των ξενοφοβικών και ρατσιστικών φαινομένων. Το εθνογραφικό φιλμ, πέρα από τον αφηρημένο και γενικευτικό λόγο των ρεπορτάζ για τα ζητήματα αυτά, μπορεί να προσφέρει μια διεισδυτική ματιά πάνω στην βίαια βιωμένη πραγματικότητα των αποκλεισμένων, στην ενσωμάτωση νομικών ρυθμίσεων και ρατσιστικών αντιλήψεων. Μια τέτοια κινηματογραφική στιγμή, και ένα ιδιαίτερα καυστικό κατά τη γνώμη μας σχόλιο πάνω στις μεταναστευτικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται σε μια σκηνή από την ταινία της Ροσέλα Σκιλάτσι «Άλλη Ευρώπη»**, όπου σε μια τεταμένη συζήτηση, μετανάστες συζητάνε σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε κανείς να ξεφύγει από την χώρα άφιξης και να μεταναστεύσει αλλού στην Ευρώπη.
Δάφνη Σοφιανοπούλου, Χρήστος Βαρβαντάκης
* Βλέπε: David MacDougal (1998) Transcultural Cinema,. Paul Stoller (1992) The Cinematic Griot Alan Grossman & Aine Obrien (2008) Projecting Migration: Transcultural Documentary Practice; Sarah Pink (2001) Doing Visual Ethnography.
** Η ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Εθνογραφικού
Κινηματογράφου της Αθήνας το 2012 και είναι μέρος του φετινού προγράμματος ως ειδική προβολή της θεματικής ενότητας.
Οι επιμελητές ήθελαν να ευχαριστήσουν τους Peter Ian Crawford, Beate Engelbrecht, Allan Grossman και Stephen Nuggent, για τις ιδέες και τα σχόλιά τους κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του αφιερώματος.
Ζαν Ρους, ο Κινηματογραφιστής Γκριό
O Ζαν Ρους, ανθρωπολόγος, ντοκιμενταρίστας και πρωτοπόρος σκηνοθέτης, διακρίθηκε για την προώθηση του κινηματογράφου ως μέσου για την εθνολογία, την στιλιστική του εφευρετικότητα, την ριζοσπαστική του άποψη για το ντοκιμαντέρ και την πολιτική του στάση σε θέματα αποικιοκρατίας. Γύρισε πάνω από 100 ταινίες, ενώ δημοσίευσε μελέτες για τους Σονγκάι (Songhay), την μετανάστευση, την αστική ζωή.
Ο Ρους, σε αντίθεση με τους σκηνοθέτες που κινηματογραφούσαν δράσεις και γεγονότα ως αποκομμένοι παρατηρητές, θεωρώντας πως έτσι δεν επηρέαζαν σοβαρά αυτό που παρακολουθούσαν και συνάμα διστάζοντας να αλληλεπιδράσουν με τα υποκείμενά τους, δεν προσπάθησε ποτέ να είναι ένας αόρατος μάρτυρας ή ένας ουδέτερος αφηγητής. Αντίθετα, επέλεξε ν’ ανταλλάξει το «αντικειμενικό»
βλέμμα για μια «από κοινού ανθρωπολογία» (Colleyn, 2005:114).
Πρόκειται για τη μέθοδο που παρουσίασε για πρώτη φορά ο Φλάερτι και η οποία αντιμετωπίζει ισότιμα τα υποκείμενα, κτίζει έναν αμοιβαίο σεβασμό και υπερβαίνει την απλή παρατήρηση, καθώς τα υποκείμενα συνεισφέρουν στις ταινίες αναπαραστάσεις των εαυτών τους. Έχοντας αυτήν ως οδηγό, ο Ρους αναπτύσσει ένα νέο είδος εθνογραφικής πρακτικής και ντοκιμαντέρ, στο οποίο θολώνει τα
όρια μεταξύ παραγωγού και υποκειμένου, «μυθοπλασίας» και «πραγματικότητας», Ευρώπης και Αφρικής, πρακτικού και ποιητικού, καθημερινού και μαγικού, θεατών και κοινωνικών κόσμων της ταινίας (Ginsburg, 2005: 111).
O Ρους θεωρούσε την ταινία ως μέρος της εθνογραφίας (Stoller,1992: 40) και χρησιμοποιούσε την κάμερα ως επιστημολογικό εργαλείο (Stoller, 1992: 191). Επέμενε πως η παρουσία της, όπως και η παρουσία του εθνογράφου, διεγείρει, μετατρέπει, επιταχύνει, λειτουργεί ως καταλύτης (Feld, 2003: 16). Ακολούθησε την προσέγγιση του provocateur, προκαλώντας αυτό που βλέπουμε στην οθόνη,
μιας και αν ο σκηνοθέτης δεν είχε κάνει κάποιες ερωτήσεις, δεν είχε φέρει τους ανθρώπους μαζί, δεν τους είχε ζητήσεινα συνεργαστούν ή δεν τους είχε δείξει υλικό πριν κινηματογραφήσει τις αντιδράσεις τους, αυτό να μην είχε συμβεί
(Eaton, 1979: 40-53).
Έτσι, δημιουργούσε την πραγματικότητα που περιέγραφε, επιφέροντας σύγχυση στα όρια των κινηματογραφικών ειδών και δημιουργώντας μαζί με τους αυτόχθονες φίλους του μια σειρά από ταινίες που αποκαλέστηκαν «εθνομυθοπλασίες».
Οι πρώτες ταινίες του Ρους για τους Ντόγκον (Dogon) και τους
Σονγκάι διακρίνονται για την αμεσότητα της κινηματογραφικής καταγραφής, την οικειότητα της τεκμηρίωσης και τον ποιητικό σχολιασμό, συνδυασμός που δημιουργεί την αίσθηση πως είμαστε εκεί. Στην «Μύηση στον Χορό της Καταληψίας» («Initiation à la Danse des Possédés», 1948), καταγράφει τη μύηση μιας γυναίκας σε τελετουργικούς χορούς δαιμονισμού, στους Σονγκάι του Φιργκούν, στο Νίγηρα, ενώ στους «Μάγους του Γουανζερμπέ» («Les Magiciens de Wanzerbé», 1949), ένα από τα λιγότερο προβεβλημένα φιλμ του,
επικεντρώνεται στην μαγεία των Σονγκάι και των τελετουργικών της, και αφηγείται την ιστορία του Γουανζερμπέ, χωριού με παράδοση στους μάγους. Στο «Γιενέντι, οι Άνθρωποι που Φέρνουν τη Βροχή» («Yenendi, les Hommes qui Font la Pluie», 1951), παρουσιάζει ένα τελετουργικό της βροχής των Σονγκάι και Ζέρμα του Σιμιρί, στο Νίγηρα, σε μια πρώτη προσπάθεια να δείξει φαινόμενα δαιμονοληψίας και την κατάσταση της έκστασης.
Στο «Νεκροταφείο στον Γκρεμό» («Cimetière dans la Falaise», 1951), κινηματογραφεί τα νεκρώσιμα τελετουργικά των Ντόγκον, στο Μαλί ενώ με το ίδιο θέμα θα καταπιαστεί στο «Moro-Naba» (1958), όπου παρατηρεί για τελευταία ίσως φορά ένα τελετουργικό υπό εξαφάνιση, προς τιμή του αρχηγού των Μόσι, στην Ουγκαντούγκου, στην Άνω Βόλτα.
Στη «Μάχη στο Μεγάλο Ποτάμι» («Bataille sur le Grand Fleuve»,
1952) περιγράφει την διαδικασία του κυνηγιού του ιπποπόταμου από τους Σόρκο στον ποταμό Νίγηρα. Η ταινία έχει συνδεθεί με την γέννηση τοy «συμμετοχικού κινηματογράφου» στην Αφρική, καθώς το 1954 ο Ρους την πρόβαλλε στους κυνηγούς της ταινίας απ’ το Αγιορού, ακολουθώντας το παράδειγμα του Φλάερτι με τους Εσκιμώους την δεκαετία του ‘20. Αυτοί βλέποντας τις εικόνες τους στην οθόνη, κατανόησαν τη δουλειά του Ρους ως αυτή ενός κινη- ματογραφικού γκριό και συνεισέφεραν σ’ αυτήν με την κριτική τους.
Οι σκηνές των Χάουκα (Hauka) στο φινάλε συγκίνησαν τον υψηλό ιερέα των Χάουκα μέντιουμ, Μονκάιμπα, που κάλεσε τον Ρους νακινηματογραφήσει το ετήσιο τελετουργικό στην Χρυσή Ακτή, το οποίο θα καταγραφεί στους «Τρελούς Άρχοντες».
Οι «Τρελοί Άρχοντες» («Les Maîtres Fous», 1955) αφο-
ρούν την μετανάστευση των Σονγκάι και Ζέρμα (Zerma) από τον Νίγηρα στην αποικιακή Χρυσή Ακτή (την σημερινή Γκάνα), εστιάζοντας αποκλειστικά στις εκεί κοινωνικό-πολιτισμικές προσαρμογές της κοινότητας των Ζαμπράμα (Zabrama) [Σονγκάι και Ζέρμα]. Πρόκειται –όπως φαίνεται στην αρχή της ταινίας– για μια συνάντηση του παραδοσιακού με το σύγχρονο, από όπου γεννιέται μια νέα θρησκεία, η αίρεση των Χάουκα. Στην ταινία, ο Ρους καταγράφει τους πιστούς Χάουκα, να καταλαμβάνονται από πνεύματα των αποικιοκρατών διοικητών και να επιτελούν ένα δράμα-στοχασμό για τις Αρχές της αποικιοκρατίας (Rouch, Marshall & Adams, 2003: 188).
Ο Ρους ερμηνεύει το τελετουργικό των Χάουκα με ψυχολογικούς όρους, ως μια καθαρτική εμπειρία που απελευθερώνει την εχθρότητα κατά της αποικιοκρατικής κυβέρνησης, επιτρέποντάς τους, όπως φαίνεται, να κοροϊδέψουν τους Ευρωπαίους την Κυριακή προκειμένου να επιστρέψουν στις καθημερινές τους υποτακτικές δραστηριότητες (Heider, 1976: 40). Με τους «Τρελούς Άρχοντες», ο Ρους
άρχισε να απομακρύνεται από τον αμιγώς περιγραφικό κινηματογράφο και να στρέφεται σε μια πιο συνθετική προσέγγιση της δομής των γεγονότων. Έτσι, η ταινία εκφράζει ξεκάθαρα τόσο την ανθρωπολογική άποψη του τελετουργικού ως δραματουργία όσο και την έννοια της ανθρωπολογικής ταινίας ως αφηγηματική διήγηση.
Γυρισμένη στα σύνορα Νίγηρα και Μάλι μεταξύ 1957 και 1965,
«Το Κυνήγι του Λιονταριού με το Τόξο» («La Chasse au Lion à l’Arc»), συνιστά ένα χρονικό όλης της διαδικασίας του κυνηγιού λιοντα-
ριών: κατασκευή τόξων, δηλητηρίου, παγίδων, το ίδιο το κυνήγι και τα τελετουργικά του. Η ταινία αναφέρεται στη μαγεία των Σονγκάικαι στις σχέσεις μεταξύ κυνηγών και θηραμάτων, αποσκοπεί δε, σ’ ένα συμμετοχικό κινηματογράφο, μια μοιρασμένη ανθρωπολογία. Σ’ αυτό το προσωπικό εθνογραφικό τεκμήριο ο Ρους διαφυλάσσεi με την κάμερά του το παρελθόν και μετατρέπεται σε θεματοφύλακα των παραδόσεων, με τη μορφή ενός σύγχρονου, κινηματογραφικού γκριό. Η ιστορία της ταινίας μετασχηματίζεται σε θρύλο όπου κυριαρχεί η αφήγηση του Ρους, με το σχόλιο του να απευθύνεται στα
παιδιά που δεν θα γίνουν ποτέ κυνηγοί.
Οι 8 ταινίες του αφιερώματος, μερικές εκ των οποίων προβάλλονται πολύ σπάνια, μας παρουσιάζουν το πρώιμο έργο του Ρους και δίνουν την ευκαιρία να δούμε τα πρώτα δείγματα της ανθρωπολογικής αντίληψης και κινηματογραφικής προσέγγισης ενός σκηνοθέτη που επηρέασε αμφότερα την ανθρωπολογία και το σινεμά.
Δημήτρης Κερκινός
Βιβλιογραφία
—Colleyn, Jean Paul,2005. ‘Jean Rouch: an anthropologist ahead of his time’. American
Anthropologist, Vol. 107, No.1, March 2005.
—Ginsburg, Faye. 2005. ‘Dans le bain avec Rouch: A reminiscence. American
Anthropologist, Vol. 107, No. 1, March 2005.
—Heider, Karl G., 1976.Ethnographic Film. Austin: University of Texas Press.
—Eaton, Mick (επιμ.), 1979. Anthropology, realty, cinema. The films of Jean Rouch.
London: BFI.
—Feld, Steven (επιμ.),2003. Ciné ethnography.Jean Rouch. Minneapolis: Minnesota University Press.
—Stoller, Paul, 1992. The cinematic griot. The ethnography of Jean Rouch. Chicago & London: The University of Chicago Press.
—Rouch, Jean, Marshall John & Adams, John W., 2003 [1978]. ‘Les maitres fous, The
lion hunters, and Jaguar’. Στο Steven Feld (επιμ.), Ciné ethnography. Jean Rouch.
Ανοιχτή Συζήτηση "Ξενοφοβία"
Στο πλαίσιο της Ειδιικής Θεματικής Ενότητας “Ξενοφοβία” πραγματοποιήθηκε Ανοιχτή Συζήτηση. Πριν τη συζήτηση προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ “Άλλη Ευρώπη” (Ιταλία 2011) της Rossella Schillachi.
Διοργάνωση
Ανθρωπολογική Εταιρεία Αθηνών – EthnoFest
Διεύθυνση – Πρόγραμμα
Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, Νίκος Σφακιανάκης
Ειδικοί Συνεργάτες
Δημήτρης Κερκινός –Αφιέρωμα Jean Rouch
Χρήστος Βαρβαντάκης, Δάφνη Σοφιανοπούλου -Αφιέρωμα Ξενοφοβία
Συντονισμός Παραγωγής
Χριστίνα Λιάπη
Βοηθοί Παραγωγής
Λουκάς Κουμπούρης
Νικόλας Παπαδημητρίου
Ολυμπία Γκογκέ
Σχεδιασμός Καταλόγου
Βασιλική Γκέτη
Σχεδιασμός Αφίσας
Παναγιώτης Αγγελόπουλος
Λογότυπο
Δημήτρης Μυλωνάς, www.colournaming.com