Πίσω στα μέσα των 00’s, ένας έως τότε άγνωστος στο ευρύ κοινό όρος, ο εθνογραφικός κινηματογράφος, κέρδιζε διαρκώς έδαφος τόσο στο ακαδημαϊκό όσο και στο φεστιβαλικό πλαίσιο της Ευρώπης, όχι όμως και της Ελλάδας. Η πρεμιέρα του υβριδικού αυτού είδους -που ακροβατεί ανάμεσα στην ταυτότητα του ντοκιμαντέρ και της ανθρωπολογίας- επί αθηναϊκού εδάφους, έγινε το 2008. Τότε, μια μικρή ομάδα ανθρωπολόγων, σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Πλατφόρμα Βίντεο, οργάνωσε για πρώτη φορά ένα ειδικό αφιέρωμα σε Φοιτητικές Εθνογραφικές Ταινίες, με σκοπό ν’ ανοίξει έναν διάλογο για την θέση και τις δυνατότητες του ιδιαίτερου αυτού είδους, αλλά και του κλάδου που πλέον ονομάζουμε Οπτική Ανθρωπολογία.
Λίγα χρόνια μετά, η ίδια αυτή ομάδα θα αποτελούσε τον πυρήνα του Ethnofest που συστήθηκε στο κοινό το 2010. Οι συνθήκες ήταν ώριμες: το ενδιαφέρον του κοινού είχε ξεκάθαρα αναδειχθεί μέσα από τα δύο χρόνια συνεργασίας με την Πλατφόρμα Βίντεο, ενώ πλήθος ταινιών που αυτοχαρακτηρίζονταν εθνογραφικές, σχετικά μεταπτυχιακά προγράμματα και τίτλοι διδακτορικών εργασιών έκαναν αισθητή την εμφάνισή τους σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ως αυτόνομη πλέον διοργάνωση, το Ethnofest στην πρώτη του έκδοση θέλησε να αναδείξει τον εθνογραφικό κινηματογράφο μέσα από το παρόν και το παρελθόν του. Πέρα λοιπόν από σύγχρονές του παραγωγές το πρόγραμμα περιλάμβανε ένα αφιέρωμα στο Βρετανικό κίνημα του Ντοκιμαντέρ της δεκαετίας του ’30. Σε μια ιδιαίτερα τιμητική συνεργασία με το British Film Institute, παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα 10 αντιπροσωπευτικές ταινίες του ρεύματος που επηρέασε όσο λίγα τον εθνογραφικό κινηματογράφο, ανάμεσα στις οποίες οι αξεπέραστες Night Mail (1936, Ηνωμένο Βασίλειο) και Song of Ceylon (1934, Ηνωμένο Βασίλειο).
Μέσα από τις ενδιαφέρουσες επιλογές του προγράμματός του, το πρώτο Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου Ethnofest της Αθήνας κατάφερε να ανοίξει έναν γόνιμο διάλογο για την σχέση ανθρωπολογίας – εικόνας και μέσω αυτού να θέσει γερές βάσεις για τη συνέχισή του.
Το Ethnofest στην πρώτη επίσημη έκδοσή του είχε την τιμή να συνεργαστεί με το British Film Institute (BFI), διοργανώνοντας ένα αφιέρωμα στο Βρετανικό Κίνημα του Ντοκιμαντέρ της δεκαετίας του 30’, ένα από τα σημαντικότερα κινήματα στο χώρο του ντοκιμαντέρ και του εθνογραφικού κινηματογράφου.
Το 1926 ο John Grierson γίνεται ο νονός του όρου Ντοκιμαντέρ με την έννοια που την ξέρουμε σήμερα. Ο γνωστός κοινωνιολόγος που φέρεται να δανείστηκε το επίθετο ‘documentaire’ για να το αποδώσει ως ουσιαστικό σε ένα άρθρο του το 1926 σχολιάζοντας την ταινία του Robert J. Flaherty Moana, γίνεται το σημείο αναφοράς για αυτή τη νέα πρακτική. Ο ίδιος το 1929, θα κάνει το πρώτο του φιλμ με τίτλο Drifters το οποίο γνώριζει σημαντική επιτυχία. Έτσι, στη συνέχεια ως Υπεύθυνος Ταινιών στο Empire Marketing Board, δημιούργησε την Κινηματογραφική Μονάδα EMB, την πρώτη μονάδα παραγωγής του κινήματος ντοκιμαντέρ κι έτσι γεννήθηκε η ομάδα που θα μείνει γνωστή ως το Βρετανικό Κίνημα του Ντοκιμαντέρ, με πρωτοπόρους τους δημιουργούς Basil Wright, Paul Rotha, Harry Watt και Alberto Cavalcanti.
Μέσα από την επιλογή 10 αντιπροσωπευτικών ταινιών, το κοινό έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει μια από τις σπουδαιότερες στιγμές για τον κινηματογράφο του πραγματικού. Στιγμή η οποία αποτελεί ένα σημαντικό σημείο στη συζήτηση για το εθνογραφικό σινεμά ως κινηματογραφικό είδος, την ανθρωπολογία, την εξωτικοποίηση ως διαδικασία μέσω της εικόνας, αλλά και τις καλλιτεχνικά κινηματογραφικές αρετές αυτού του ιδιαίτερου είδους.
Διοργάνωση – Πρόγραμμα
Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, Νίκος Σφακιανάκης
Ειδική Συνεργάτις
Γεωργία Κορώση (British Film Institute / National Archive)
Λογότυπο
Δημήτρης Μυλωνάς website: http://colournaming.com
Καλλιτεχνική επιμέλεια – Σχεδιασμός αφίσας
Παναγιώτης Αγγελόπουλος
Καλλιτεχνική Επιμέλεια Καταλόγου
Μιχάλης Ζούππας
Κείμενα Καταλόγου (Επιμέλεια)
Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, Νίκος Σφακιανάκης
Μετάφραση Καταλόγου
Μαρίλια Σταυρίδου
Επιμέλεια Διόρθωσης
Μάρθα Μιχαηλίδου
Ψηφιοποίηση Οπτικοακουστικού Υλικού
Νικος Μαγκανιώτης
Εκτύπωση – Βιβλιοδεσία
Μιχάλης Ζούππας