Αναστενάρια, Πυροβασία

Σε αυτό που θεωρείται το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα της πρωτοπόρας τέχνης του πάνω στη μίξη της εθνογραφίας με την επιστημονική τεκμηρίωση, ο Ρούσσος Κούνδουρος εμπιστεύεται το κείμενο του Νίκου Γκάτσου προκειμένου να γίνει μάρτυρας και ταυτόχρονα οδηγός σε μια σχεδόν μεταφυσική παράδοση που έρχεται από την αρχαιότητα: αυτή της πυροβασίας, ένα «παράξενο έθιμο» που οι Αναστενάρηδες της Ανατολικής Θράκης μετέφεραν σε όλη τη Μακεδονία, από τις Σέρρες μέχρι τη Βέροια και από τη Δράμα μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Ο «αλλόκοτος, μανιακός», διονυσιακός χορός των Αναστενάρηδων γίνεται το κέντρο μιας στέρεης, τελετουργικής αφήγησης, καθώς μετακινήσεις πληθυσμών, εικόνες των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, θυσίες ζώων, τύμπανα που παίζουν μόνα τους μουσική και πόδια που πατούν τα κάρβουνα –στους 500 βαθμούς Κελσίου– αλλά δεν πονούν και δεν φέρουν ίχνος εγκαύματος γίνονται μέσα στα λίγα λεπτά που διαρκεί η ταινία τα κομμάτια μιας Ελλάδας που συνεχίζει να πιστεύει στα θαύματα. Σε μια ταινία που μαζί με το έθιμο τεκμηριώνει κάτι και από το σθένος των ανθρώπων που πάνω στην έκστασή τους αγγίζουν κάτι από τον Θεό στον οποίο αφιερώνουν. Τα Αναστενάρια προβλήθηκαν στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι και της Φλωρεντίας, αλλά και στην Πρώτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη το 1960, όπου ο Ρούσσος Κούνδουρος τιμήθηκε από την κριτική επιτροπή για το σύνολο του πολύτιμου έργου του στον τομέα του ντοκιμαντέρ.

Ρούσσος Κούνδουρος

Ο Ρούσσος Κούνδουρος γεννήθηκε το 1923 στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης και ήταν γιατρός και κινηματογραφιστής. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ίδρυσε το Ινστιτούτο Μορφωτικού και Επιστημονικού Κινηματογράφου, με κύριο στόχο την παραγωγή επιστημονικών ταινιών τεκμηρίωσης. Το 1958, σχηματίστηκε μια ομάδα από τον ίδιο, καθώς και τους Ροβήρο Μανθούλη, Φώτη Μεσθεναίο, Γιάννη Μπακογιαννόπουλο και Ηρακλή Παπαδάκη με σκοπό την προώθηση, διάδοση και ανάπτυξη του ντοκιμαντέρ. Το 1961 ανέλαβε ως ειδικός σύμβουλος στον τομέα του κινηματογράφου στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης της Ελλάδας, οργανώνοντας την τότε «Υπηρεσία Κινηματογραφικών Επικαίρων και Ντοκιμαντέρ» της οποίας η λειτουργία διεκόπει το 1967 από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Δημιούργησε για λογαριασμό κρατικών φορέων ένα πλήθος ταινιών μικρού μήκους με θέματα που αφορούν την καθημερινή ζωή, τον τουρισμό και την εκπαίδευση. Στο 1ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του απονεμήθηκε τιμητικό βραβείο για την προσφορά του στην τέχνη του Ντοκιμαντέρ. Οι θεματικές των έργων του καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: από λαογραφία και την εθνογραφία μέχρι την ιατρική και τεχνολογία. Η ταινία του Αλουμίνιον της Ελλάδος (1965) αποτελεί δείγμα βιομηχανικού ντοκιμαντέρ υψηλής αισθητικής μέσω του οποίου καταγράφονται τα στάδια εξόρυξης του βωξίτη και παραγωγής αλουμινίου στην Ελλάδα. Έφυγε από τη ζωή τον Μάρτιο του 1990.