Ο κυριολεκτικός τίτλος της ταινίας του Νίκου Κουτελιδάκη, ήδη φορτωμένος με επίπεδα ειρωνείας και δεύτερης ανάγνωσης, προϊδεάζει από νωρίς γι’ αυτό που απροκάλυπτα συμβαίνει ήδη από τα πρώτα πλάνα της. Η κάμερα παρατηρεί τα εγκαταλελειμμένα αρχοντικά του Γαλαξειδίου, αρχικά εστιασμένη σε όσα διαβρώνει η φυσική φθορά στο εξωτερικό τους, στη συνέχεια στους κενούς εσωτερικούς χώρους όπου κάποτε ήταν γεμάτοι από ανθρώπινες κινήσεις και φωνές. Το ένδοξο παρελθόν ενός τόπου, μαζί με τις λεπτομέρειες που υπενθυμίζουν την αλλοτινή ναυτική του αίγλη, παγιδεύεται μέσα στα χρόνια της ανακήρυξής του ως παραδοσιακού οικισμού, προσπαθεί να ξεφύγει από την τη γραφικότητα μιας νοσταλγικής αύρας που επιβάλλει μια καίρια δεκαετία στην αυγή της και εγκλωβίζεται ξανά στη vintage τουριστική ατραξιόν που αποτελεί μέχρι και σήμερα. Χωρίς προειδοποίηση, ακριβώς όπως το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν (ή το φαντασιακό ορίζεται από το ρεαλιστικό), ο Νίκος Κουτελιδάκης αφιερώνει στο Γαλαξείδι μια τελετή, αποχαιρετισμού ή μάλλον καλωσορίσματος – δεν έχει σημασία. Η αναβίωση ενός εθίμου καρναβαλιού που πριν ακόμη μπεις στους ρυθμούς του σε έχει παρασύρει σε ένα παροξυσμικό τελετουργικό θανάτου, δίνει το στίγμα ενός διονυσιακού ρέκβιεμ που πριν ολοκληρώσει τον κύκλο της μελαγχολίας, έχει κλείσει μέσα του «ένα ντοκυμαντέρ» που θα μπορούσε να αφορά κάθε τόπο αυτής της χώρας που είδε το χρόνο να σβήνει τα χαρακτηριστικά του, σαν την βροχή όταν ξεπλένει τις μπογιές πάνω στον ανθρώπινο διάκοσμο, σε μια προσπάθεια λες να αποκαλυψει τον πραγματικό του εαυτό.
Νίκος Κουτελιδάκης
Ο Νίκος Κουτελιδάκης (1942) είναι σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα και ξεκίνησε τη διαδρομή του στον κινηματογράφο τη δεκαετία του 1960, αρχικά ως βοηθός σκηνοθέτη των Ντίμη Δαδήρα, Βασίλη Γεωργιάδη, Γρηγόρη Γρηγορίου, Ερρίκου Θαλασσινού, μεταξύ άλλων ήταν επίσης βοηθός σκηνοθέτη και στην ταινία Μέρες του ’36 του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1972). Ως σκηνοθέτης πρωτοεμφανίστηκε το 1973 με τη μικρού μήκους ταινία του Η τελευταία πρόβα (σε δικό του σενάριο) και έλαβε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η ταινία προβλήθηκε και στα Φεστιβάλ του Ομπερχάουζεν και του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Το 1980 σκηνοθέτησε την ταινία τεκμηρίωσης Ένα ντοκιμαντέρ, το οποίο βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Το 1973 ξεκίνησε η καριέρα του στην τηλεόραση με τη σειρά Ανήσυχα νιάτα στην ΕΙΡΤ σε σενάριο του Κάρολου Μπρούσαλη. Από τότε και μέχρι σήμερα έχει σκηνοθετήσει τηλεταινίες και δραματικές και κωμικές σειρές μυθοπλασίας, ανάμεσά τους και τηλεοπτικές μεταφορές βιβλίων όπως τα μυθιστορήματα Η κυρία Ντορεμί της Λιλίκας Νάκου, Οι τελευταίοι εγγονοί του Τάσου Αθανασιάδη, Λίστα γάμου του Διονύση Χαριτόπουλου, Αγάπη παράνομη του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Το 1995 σκηνοθετεί για πρώτη φορά στο θέατρο το έργο του Βασίλη Ζιώγα Χρωματιστές γυναίκες, μια παράσταση που απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Την επόμενη χρονιά υπογράφει και πάλι τη σκηνοθεσία για το έργο Big Bang του ίδιου συγγραφέα. Το 2011 σκηνοθέτησε την ταινία μεγάλου μήκους Το ταγκό των Χριστουγέννων, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη, η οποία απέσπασε τρία βραβεία από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου (Μουσικής, Σκηνογραφίας, Ενδυματολογίας).