Λίγο πριν ξεκινήσει μαζί με τον Λάκη Παπαστάθη το θρυλικό Παρασκήνιο που θα ορίσει μια ολόκληρη νέα εποχή στο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, ο Τάκης Χατζόπουλος θα έφτανε το 1974 μέχρι τον Γάζωρο, ένα μικρό χωριό καπνεργατών στις Σέρρες, περιγράφοντας την εμπειρία με τη φράση «δύο άνθρωποι, μια μηχανή 16mm και ένα μαγνητόφωνο». Αυτό που θα κατέγραφε θα ήταν κάτι περισσότερο από την καθημερινότητα ενός τόπου σημαδεμένου από την αγωνία του ημερομισθίου, τον καημό της μετανάστευσης και το σημείο μηδέν μιας ολόκληρης χώρας σε βίαιη μεταμόρφωση. Πιστός στις αρχές του πως «δεν υπάρχει κινηματογράφος έξω από την ταξική πάλη» και πως «το ντοκιμαντέρ δημιουργείται, ανασυστήνεται, συντίθεται στο μοντάζ», διαχωρίζει τις αφηγήσεις των κατοίκων του χωριού (από τις οποίες αποτελείται αποκλειστικά) από τις εικόνες της καθημερινότητάς τους, απελευθερώνοντας έναν ανυπολόγιστο όγκο αυθεντικότητας με πυλώνες τον ανθρώπινο μόχθο, την επιβίωση και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Την ίδια στιγμή που αισθάνεσαι ότι διασώζει την ιστορική μνήμη του τόπου, αφήνοντας ουσιαστικά το χωριό να αφηγηθεί το ίδιο την ιστορία του, ο Χατζόπουλος σχολιάζει με καίριο τρόπο πολιτικά ακριβώς αυτή την ανάγκη, διαταράσσοντας την κατεστημένη ανθρωπογεωγραφία της ελληνικής υπαίθρου και την έννοια της ποίησης καθώς αυτή τρυπώνει μέσα στην τεκμηρίωση. Ο μικρόκοσμος του Γαζώρου γίνεται η μικρογραφία της Ελλάδας και το ντοκιμαντέρ του μια μαρτυρία ταυτόχρονα ιστορική και διαχρονική. Βραβείο αρτιότερης παραγωγής στο 15ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου το 1974.
Τάκης Χατζόπουλος
Ο Τάκης Χατζόπουλος (1942–2024) ήταν σκηνοθέτης και παραγωγός. Αρχισε να εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη το 1959. Το 1966 σκηνοθέτησε την μικρού μήκους ταινία Πρέσπες, η οποία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και οκτώ χρόνια αργότερα άρχισε να ασχολείται με την τηλεόραση. Μαζί με τον Λάκη Παπαστάθη ίδρυσαν την εταιρία Cinetic και υπήρξαν υπεύθυνοι για το θρυλικό τηλεοπτικό Παρασκήνιο.