Συνέντευξη με την Anna Grimshaw

20/11/18

Συνέντευξη με την Anna Grimshaw σχετικά με την καινούργια της ταινία «Το Κελάρι του Τζωρτζ» («George’s Place: the Cellar»), που θα προβληθεί στο 9ο Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας – Ethnofest. Τη συνέντευξη έκανε η Lillian Dam Bracia, Βοηθός Συντονισμού Κίνησης Ταινιών και Προγράμματος.

Ethnofest: Παρακολουθώντας την ταινία, είχα την αίσθηση ότι ο Τζωρτζ και οι φίλοι του νιώθουν πολύ άνετα μαζί σας, κάνουν αστεία και συχνά απευθύνονται σε εσάς. Πώς γνωρίσατε τον Τζωρτζ και πόσος καιρός χρειάστηκε για να ανοίξετε την κάμερα και να αρχίσετε να τον κινηματογραφείτε;

Anna Grimshaw:  Έβγαλα την κάμερα από την αρχή. Η αλήθεια είναι πως είμαι αρκετά γνωστή σε αυτό το μέρος, εν μέρει επειδή εδώ και χρόνια γυρίζω ταινίες στην περιοχή. Παρόλο που δεν ήξερα προσωπικά τον Τζωρτζ, είχα ακούσει γι’ αυτόν και για τους ανθρώπους γύρω του. Ξεκίνησα κατευθείαν να κινηματογραφώ από τη στιγμή που πήγα στον Τζωρτζ και του είπα ότι θέλω να κάνω μια ταινία. Με βοήθησε αρκετά και ο Μπόμπι – στην ταινία τον βλέπετε να φτιάχνει παγίδες για αστακούς και δουλεύει στο κελάρι το χειμώνα – επειδή τον ήξερα πολύ καιρό. Το γεγονός ότι ο Μπόμπι ήταν εκεί καθημερινά, με βοήθησε να νιώσω ευπρόσδεκτη. Επίσης, πρέπει να πω ότι ο Τζωρτζ είναι πολύ γενναιόδωρος και ανοιχτός άνθρωπος και από τη στιγμή που κατάλαβε ότι ήθελα όντως να περάσω χρόνο μαζί τους και να κάνω την ταινία, με «αγκάλιασε» με τον τρόπο του.

E: Πόσο χρόνο περάσατε μαζί τους;

AG: Κινηματογραφούσα τον Τζωρτζ για ένα χρόνο και η ταινία που θα προβάλετε στο Ethnofest είναι στην πραγματικότητα η πρώτη (χρονολογικά) από μια σειρά ταινιών. Το σπίτι μου βρίσκεται σε απόσταση 10 – 20 λεπτών με το αμάξι από τον Τζωρτζ, οπότε όταν ξεκίνησα να κινηματογραφώ, πήγαινα καθημερινά για περίπου δυόμιση μήνες. Όπως και οι υπόλοιποι επισκέπτες του Τζωρτζ, απλά εμφανιζόμουν όποτε ήθελα. Κυρίως το χειμώνα, που δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα να κάνει κανείς εκεί. Οι επισκέπτες του Τζωρτζ πηγαίνουν όταν έχουν την ανάγκη να δουν άλλους ανθρώπους, να κάτσουν και να συζητήσουν. Αυτό έκανα κι εγώ, με τη διαφορά ότι πέρασα πολύ περισσότερο χρόνο εκεί (γέλια).

E: Πώς ήταν η διαδικασία της δημιουργίας της ταινίας; Αποτέλεσε μέρος κάποιας έρευνάς σας πάνω στη συγκεκριμένη κοινότητα – τους ψαράδες του Maine και πώς περνάνε το χειμώνα;

AG: Όχι, το πρότζεκτ μου είναι η ίδια η ταινία.. Ερευνητικά, δεν κάνω κάτι άλλο στο Maine, πέρα από τις ταινίες. Επομένως, το πρότζεκτ έχει να κάνει με το πώς οι άνθρωποι στήνουν τις ζωές τους σε αυτό το ιδιαίτερο τοπίο. Έτσι, θα κάνω ταινίες για τους «κυνηγούς» αστακών, τους ανθρώπους που βγάζουν μύδια, τους ανθρώπους που ζουν στα δάση του Maine. Με ενδιαφέρουν οι τρόποι που οι άνθρωποι ζουν και βιώνουν αυτό το ιδιαίτερο περιβάλλον υλικά, κοινωνικά, φαντασιακά.

E: H απάντησή σας μου δίνει αφορμή για την επόμενή μου ερώτηση σχετικά με τον κινηματογράφο της παρατήρησης. Στο βιβλίο που έχετε συγγράψει με την Amanda Ravetz με τίτλο «Ο κινηματογράφος της παρατήρησης: ανθρωπολογία, κινηματογράφος και η εξερεύνηση της κοινωνικής ζωής», μιλάτε για τη σημασία του είδους ως τρόπου «χρησιμοποίησης εικόνων για να σκιαγραφήσουμε ιδέες» αντί να χρησιμοποιούμε το σχόλιο κάποιου ειδικού ή ρητορική πάνω στο υλικό μας. Και στο άλλο σας βιβλίο, το «Visualizing Anthropology» αναφέρετε το εξής:

«Ο MacDougall θεωρεί ότι μία αυθεντικά οπτική ανθρωπολογία δεν είναι η εικονιστική αναπαράσταση της ανθρωπολογίας. Αντιθέτως, είναι η διαδικασία αναζήτησης, στην οποία η γνώση δεν προηγείται, αλλά αναδύεται και σχηματοποιείται μέσα από «τους κόκκους της κινηματογράφησης», όπως λέει χαρακτηριστικά» (1998:76).

Στην περίπτωση της ταινίας «Το κελάρι του Τζωρτζ», σε ποιες περιπτώσεις νιώσατε ότι η γνώση σχετικά με την κοινότητα αναδύεται; Πώς αποκτήσατε νέες οπτικές πάνω στην κοινότητα μέσα από την πρακτική της κινηματογράφησης;

AG: Καθώς κινηματογραφούσα, εντυπωσιάστηκα από τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, πώς δημιουργούν μια κοινότητα μέσα από επιτελέσεις και αστεία. Μέσα από αυτούς τους τρόπους η κοινότητα αναδύεται, δεν είναι δεδομένη. Οι άνθρωποι που βλέπετε στην ταινία έχουν συναντηθεί αυθόρμητα και δημιουργούν ένα πολύ ενδιαφέρον μείγμα κοινωνικής ζωής μέσα από τις αλληλεπιδράσεις τους. Προφανώς έχουν ταλέντο σε αυτό που κάνουν, προφανώς υπάρχει ενδιαφέρον στον τρόπο που φτιάχνουν τις παγίδες και στον καιρό και σε όλες αυτές τις περιβαλλοντικές και κινηματογραφικές «πιέσεις» που σφυρηλατούν τους εαυτούς τους. Αυτό που με εντυπωσίασε όταν έκανα το μοντάζ είναι το πόσο συχνά μιλούν για τον καιρό και πόσο συχνά βλέπουμε ότι, αυτό που είναι, έχει σχηματιστεί εξ’ολοκλήρου από το τι συμβαίνει έξω, καθώς η ζωή τους βασίζεται στην ύπαρξή τους μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον. Αλλά, ναι, η άλλη οπτική είναι, όπως είπα, ο τρόπος με τον οποίο χτίζουν την κοινότητά τους εν τη απουσία οποιασδήποτε προφανούς δομής. Συγκεντρώνονται στο κελάρι του Τζωρτζ επειδή το θέλουν και ο Τζωρτζ «ενορχηστρώνει» τις συζητήσεις τους, που έχουν έντονο επιτελεστικό χαρακτήρα, αλλά δείχνουν και πόσο νοιάζονται ο ένας για τον άλλο. Επομένως υπάρχει μια σειρά αλληλεπιδράσεων που δημιουργεί αυτό το μείγμα κοινωνικής ζωής που συνεχίζει και στις επόμενες ταινίες, αλλά είναι ιδιαίτερα παρούσα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Και αυτές οι διαπιστώσεις έγιναν εμφανείς καθώς δούλευα το πρότζεκτ.

E: Τώρα που το λέτε αυτό, σκέφτομαι πόσα πολλά επίπεδα υπάρχουν στην ταινία σας: το επερχόμενο γήρας, το περιβάλλον, προφανώς ο χειμώνας – ένιωθα λες και οι χαρακτήρες ήταν παγιδευμένοι και μέσα από τις συζητήσεις και τα αστεία τους προσπαθούσαν να περάσουν το χρόνο τους. Ωστόσο, υπάρχει και το επίπεδο του φύλου και της αρρενωπότητας. Και αναρωτιέμαι πώς ήταν για εσάς, ως γυναίκα και κινηματογραφίστρια. Συμπεριφέρονταν διαφορετικά; Ακόμα και αν ήσασταν πλήρως «ενταγμένη» στην ομάδα, νιώσατε ποτέ ότι είναι ένας «αντρικός κόσμος»;

AG: Όντως είναι αντρικός κόσμος, αλλά ταυτόχρονα ο Τζωρτζ είναι πολύ ανοιχτός. Πραγματικά, οποιοσδήποτε μπορεί να εμφανιστεί στο κελάρι, πηγαίνουν και γυναίκες, αν και όχι τόσο συχνά. Πηγαίνουν συχνότερα το καλοκαίρι, που μπορούν να κάθονται έξω, και συνήθως πηγαίνουν μετά τη δουλειά. Ίσως έχει ενδιαφέρον, επειδή πρόκειται για άντρες μεγαλύτερης κυρίως ηλικίας – οπότε δεν υπάρχει κάποια «ένταση». Αλλά πραγματικά ένιωσα ευπρόσδεκτη και «ενταγμένη» στην κοινότητα και εν μέρει γι’ αυτό αποφάσισα να συμπεριλάβω στην ταινία μία σκηνή με εμένα – κάτι που δεν συνηθίζω. Είναι μία σκηνή που έχω το ρόλο της «μαθητευόμενης» και ο Τζωρτζ με «διδάσκει» – κάτι που θα έκανε και αν ήμουν ένας νέος άντρας. Επομένως, ναι είναι ένας κόσμος αντρών, αλλά δεν βασίζεται στον αποκλεισμό των γυναικών.

E: Ποιοι θεωρείτε πως είναι οι περιορισμοί του κινηματογράφου της παρατήρησης; Θυμάμαι κάποια στιγμή είχα μια συζήτηση με έναν καθηγητή και μιλούσαμε για πνεύματα, ότι είναι δύσκολο να δείξει κανείς καταλήψεις από πνεύματα αν δεν δώσει πρώτα ένα σαφές πλαίσιο στο θεατή, καθώς μπορεί να οδηγηθεί σε εξωτικοποιήσεις. Αναρωτιόμουν λοιπόν αν έχετε συναντήσει ποτέ περιορισμούς του μέσου στη δική σας δουλειά

AG: Αυτό εξαρτάται από το τι θες να εξερευνήσεις. Προφανώς ο τρόπος με τον οποίο οποιοσδήποτε προσεγγίζει το θέμα του πρέπει να έρχεται σε διάλογο με το ίδιο το θέμα. Προσωπικά, με ενδιαφέρει ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο το θέμα ξεδιπλώνεται. Γι’ αυτό, για αυτές τις ερωτήσεις σχετικά με τους τρόπους που οι άνθρωποι δημιουργούν δεσμούς μέσα στην αυθόρμητη κοινωνία τους, η παρατήρηση είναι η μέθοδος.Αλλά ναι, αν σε ενδιαφέρουν άλλες πολιτισμικές πρακτικές, ίσως να θέλεις να ακολουθήσεις κάποια άλλη προσέγγιση. Σίγουρα δεν υπάρχει μία μόνο προσέγγιση. Η αναζήτηση του καλύτερου τρόπου προσέγγισης των υποκειμένων είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση για έναν οπτικό ανθρωπολόγο ή εθνογράφο κινηματογραφιστή. Νομίζω πως η «εμμονή» μου με την προσέγγιση της παρατήρησης έχει να κάνει με τις ερωτήσεις που με ενδιαφέρουν, αλλά και με μια κατά κάποιο τρόπο «άρνηση» να πέσω στην παγίδα των συνηθισμένων δομών του ντοκιμαντέρ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε ποτέ να έχουμε αφήγηση ή συνέντευξη ή διάλογο ή οποιαδήποτε άλλη μέθοδο. Απλώς πρέπει να έχουμε έναν καλό λόγο που επιλέγουμε μια συγκεκριμένη προσέγγιση.

E: Έχετε σκεφτεί ποτέ να χρησιμοποιήσετε άλλες κινηματογραφικές προσεγγίσεις στη δουλειά σας;

AG: Θα το έκανα, αν ήταν απαραίτητο για τα υποκείμενά μου. Μέχρι στιγμής, αναζητώ μέρη που μπορώ να κάνω τη δουλειά που με ευχαριστεί με τον τρόπο που θέλω, αλλά δεν θα απέκλεια και άλλους τρόπους.

Η ταινία «Το Κελάρι του Τζωρτζ» (“George’s Place: the Cellar”) κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο 9ο Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας. Θα προβληθεί στο ΆΣΤΟΡ την Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου, στις 17:00.